Ο homo consumens και η νέα αρχή…

Της Ελευθερίας Μηλάκη


“Την πρώτη στιγμή ο Χάινριχ δεν ήταν σίγουρος αν η Ρόζα ήταν οργισμένη που διάβασε κρυφά τα γράμματά της ή αν ήταν ικανοποιημένη που αυτός έμαθε πόσο άσχημα ήταν όλα αυτά για εκείνη και πόσο απεχθές το έβρισκε, να ψάχνει στα ρούχα και στα χαρτιά του και να βρίσκει ίχνη αυτής της Bella και να βλέπει τις φωτογραφίες βλαστημώντας κάθε φορά που έριχνε μια ματιά σε αυτές…

Ο Χάινριχ δεν προσπάθησε πολύ να αφήσει το γράμμα της στον Χάινριχ ακριβώς εκεί που το είχε βρει, αλλά η Ρόζα δεν είχε παρατηρήσει τίποτα ή το παρέβλεψε και το επόμενο βράδυ το γράμμα είχε εξαφανιστεί και είχε αποσταλεί, ή δίσταζε ακόμα να το στείλει ή το είχε κρύψει ή σκίσει. Μια φορά είπε (μόνο από οίκτο το είπε): Έλα, ας φύγουμε για μία δύο μέρες, θα μας κάνει καλό, αλλά η Ρόζα δεν ήθελε να φύγουν για μια δυο μέρες, δεν ήθελε τον οίκτο του, αυτό κατάλαβε. Όχι πολύ αργότερα άρχισε να τον αποφεύγει και μετά εμφανίστηκαν οι πρώτες δυσκολίες στο μαγαζί και έτσι έμειναν όλα αρχικά έτσι, όπως είχαν γίνει και δεν άλλαξαν μέχρι τη φυγή του Χάινριχ στην Ανατολή.
Όσον αφορούσε τις δουλειές, είχαν υπάρξει διάφορες στενότητες τον τελευταίο καιρό και παρόλο που μπορούσε ακόμα να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις, γινόταν σταδιακά αντιληπτό ότι ζούσε πάνω από τις δυνατότητές του και εκπλήρωνε κάθε επιθυμία δική του, της Ρόζα, της Bella και των παιδιών και δεν σκεφτόταν τι από τα διαθέσιμα ποσά ήταν ο τρέχων τζίρος και τι το πραγματικό κέρδος. Όχι μόνο μία φορά χρειάστηκε τους τελευταίους μήνες να αλλάξουν προμηθευτές, γιατί το χρήμα δεν υπήρχε για τους λεπτομερείς λογαριασμούς, και έτσι εξαρτώνταν από την υπομονή των μικρών και μεγάλων προμηθευτών και άρχισαν να υπολογίζουν στην υπομονή τους. Αν κάποιος μετά τη δεύτερη ή τρίτη ειδοποίηση άρχιζε να γίνεται δυσάρεστος, ο Χάινριχ με ένα δυο κοφτές φράσεις του αφαιρούσε όλες τις υπόλοιπες δουλειές και παράγγελνε το καινούριο εμπόρευμα σε κάποιον άλλον, πλήρωνε τα τιμολόγια του παλιού προμηθευτή με το κέρδος του εμπορεύματος του καινούριου, υπολόγιζε επίσης στην υπομονή του, εξαντλούσε την υπομονή του, τον αντικαθιστούσε επίσης με κάποιον καινούριο και συνέχιζε να παίζει το παιχνίδι μέχρι το πικρό τέλος, στο οποίο προσωρινά δεν πίστευε, και ίσως δεν θα τέλειωνε ποτέ (ή η εταιρία θα σωζόταν με κάποιο θαυματουργό τρόπο) και δεν θα έπρεπε να χάσουν πρόωρα την υπομονή και αυτός και ο Λέμαν (ο απατεώνας) δεν θα έπρεπε να παρατραβήξουν το σχοινί και ότι έμεναν όλα έτσι ή όλα θα πήγαιναν στο τέλος καλά, λοιπόν, το πίστευε.
Όταν στις αρχές του Δεκέμβρη εξέδιδαν τα τιμολόγια για τη μεγάλη παραγγελία του ξενοδοχείου, είπε ο Χάινριχ: Βλέπετε, Λέμαν, τόσο άσχημα δεν είμαστε, αν παίρνουμε τέτοιες παραγγελίες και στέλνουμε στους πελάτες μας παχυλά τιμολόγια και πραγματικά ο Λέμαν έκανε ένα πολύ έκπληκτο ύφος, ή απλά του Χάινριχ έτσι του φάνηκε, σαν να έκανε ο Λέμαν ένα πολύ έκπληκτο ύφος, τουλάχιστον δεν αντιμίλησε.
Ακόμα και όταν ο θείος το Δεκέμβριο ταξίδευε τις συνηθισμένες του τρεις τέσσερις μέρες το μήνα στο Ρένγκενσμπουργκ και από το πρωί ως το βράδυ καθόταν στο μαγαζί και δεν ήξερε πώς να φανεί χρήσιμος, ο Χάινριχ περιέγραφε την κατάσταση ως μία δεδομένων των συνθηκών ρόδινη, ναι, ουσιαστικά υπέροχη, αλλά διαφορετικά από τις άλλες φορές ο θείος έκανε ένα πολύ σκουντούφλικο ύφος για την αισιοδοξία του Χάινριχ, ο λογιστής Λέμαν πέταξε ένα δυο υπονοούμενα και παρακαλώ τι σημαίνει αυτό, που τα ειδοποιητήρια μαζεύονται στα συρτάρια, και αν κάποιος δεν κάνει κάτι θα μας κόψουν την επόμενη εβδομάδα το ρεύμα.
Α, ο λογαριασμός του ρεύματος, είπε ο Χάινριχ και σκέφτηκε πως ο θείος άρχιζε ξαφνικά ένα αταίριαστο τροπάρι, ή μήπως ήθελε να του εξηγήσει ο Χάινριχ πώς είναι σήμερα τα πράγματα στον κλάδο των κρεβατιών;
Έβαλα δύο χιλιάδες στην εταιρεία.
Ναι, το ξέρω.
Χωρίς την εγγύησή μου η τράπεζα δεν θα σου έδινε ούτε πφένιχ.
Ναι, το ξέρω.
Δύο σπίτια ρίσκαρα για αυτήν την περιπέτεια, για να μη μιλήσω για τη Bella σου.
Άσε τη Bella εκτός, σε παρακαλώ.
Είναι τόσο ακριβή ως ερωμένη, ή μήπως οφείλεται στο ότι δεν μπορείς να πληρώσεις τους λογαριασμούς σου;
Σε παρακαλώ, άσε τη Bella εκτός.
Και τότε πήρε μαζί του το θείο πίσω στο γραφείο του λογιστή, ο θείος ανησυχεί για την εταιρεία, εσείς τι λέτε, Λέμαν;
Για μια εταιρεία πάντα ανησυχεί κανείς.
Ο θείος. Τόσο άσχημα είναι λοιπόν τα πράγματα;
Και ξανά ο Λέμαν: Εγώ είμαι εδώ απλά ο λογιστής. Αλλά ακόμα δεν έχω άγρυπνες νύχτες εξαιτίας της εταιρίας. Πρέπει να περιμένουμε. Να διατηρήσουμε την ψυχραιμία. Να επιβιώσουμε τον πρώτο χρόνο. Τότε θα επιβιώσουμε και το δεύτερο.
Τις επόμενες μέρες ο Χάινριχ σκεφτόταν τα χρήματα που είχε ξοδέψει τα τελευταία χρόνια, αλλά εκτός από το διαμέρισμα για τη Bella, το καινούριο αμάξι κάθε δυο χρόνια, τα ταξίδια στην Ολλανδία, τη Γαλλία και την Ιταλία το καλοκαίρι, τις αγορές για τα παιδιά, για τη Ρόζα (την οικονόμα), δεν του ερχόταν κάτι ιδιαίτερο στο μυαλό. Καλά λοιπόν, τα κρασιά που πρόσφεραν στους επισκέπτες ήταν ακριβά, το ουίσκι είκοσι ετών που έπινε, τα τσιγάρα από την Κούβα, που κάπνιζε, όταν ήταν ευχαριστημένος από τον κόσμο και από τον εαυτό του (πάει καιρός που δεν ήταν πια ευχαριστημένος από τον κόσμο και τον εαυτό του), και έτσι όπως τα σκεφτόταν όλα, του φαινόταν και του ίδιου παράξενο που έκανε τέτοιους υπολογισμούς ξαφνικά, και όσο υπήρχαν χρήματα δεν τον ένοιαζε τίποτα.
Δεν μπορούσε πια να θυμηθεί ακριβώς πώς ήταν όλα, όταν στις αρχές της δεκαετίας των είκοσι είχε ξεκινήσει ως απλός υπάλληλος αποθήκης και έφερνε στο σπίτι μερικές εκατοντάδες μάρκα το μήνα και έτρωγε τα κακομαγειρεμένα φαγητά της Ρόζα στο ισόγειο και ο Χιντς και ο Κούντς έκαναν βόλτα μπροστά στο παράθυρο της κουζίνας και τους παρατηρούσαν, να ονειρεύονται με μια κανάτα τσάι ένα καινούριο αυτοκίνητο και κουρτίνες για την υγρή κουζίνα, γιατί τότε προτιμούσαν να κάθονται στην κουζίνα.
Δύο ολόκληρα χρόνια άντεξαν στα δύο δωμάτια με τρεχούμενο νερό και τουαλέτα στη σκάλα και μετά από λίγο ο Χάινριχ έγινε οδηγός στην Κρεβάτια-Φραντς και τον επόμενο χρόνο πωλητής και από κει και έπειτα τα χρήματα δεν ήταν πια πρόβλημα και οι κουρτίνες στο καινούριο διαμέρισμα στην παλιά πόλη κρέμονταν μέχρι το πάτωμα και ήταν από τα καλύτερα υφάσματα. Τότε, το καλοκαίρι του 1956, η Ρόζα είχε πει: Αυτό δεν το είχα φανταστεί ούτε στα πιο τολμηρά μου όνειρα και ο Χάινριχ είχε πει: Ναι, είναι ωραία εδώ, αλλά στο τέλος των ονείρων μου δεν έχω φτάσει ακόμα.
Μετά ήρθε στη ζωή τους η Σουζάνα και όταν μετά από τέσσερις μήνες η Σουζάνα χάθηκε πάλι από τη ζωή τους, η Ρόζα έκανε το δωμάτιό της μουσείο και αν δεν ήταν ο Χάινριχ και αν δεν ήταν εκείνο το μυστικό απόγευμα, αν δεν ήταν η Bella, αν δεν ήταν ο κίτρινος καναπές, πιθανότατα το νεκρό παιδί δεν θα σταματούσε να τη στοιχειώνει και να την κάνει να νιώθει ότι δεν ήθελε να ζήσει, καθιστώντας κάθε προσπάθεια εξαρχής μάταιη.

Το παραπάνω είναι απόσπασμα από το πρώτο μυθιστόρημα του ως τότε άγνωστου γερμανού συγγραφέα Michael Kumpfmüller, Hampels Fluchten (2000), το οποίο «έκανε πάταγο». Ο Χάινριχ Χάμπελ είναι «η φτωχή καρδιά», ο «αδύναμος χαρακτήρας», ο οποίος αν και είναι άξιος, εργατικός και γοητευτικός, πιάνεται στα δίχτυα της ιστορίας και καταλήγει τραγικά. Από αυτοδημιούργητος επιτυχημένος έμπορος στη δυτική Γερμανία την εποχή του οικονομικού θαύματος, άπιστος σύζυγος και άνθρωπος που χαιρόταν τη ζωή (του), πεθαίνει μόνος και άρρωστος σε μια φυλακή της DDR (πρώην ανατολική Γερμανία), όπου είχε καταφύγει για να σώσει τον εαυτό του, όταν η επιχείρησή του χρεοκόπησε… Πρόκειται για ένα πολιτικό μήνυμα, ότι ο «κακός χαρακτήρας» δεν θα έχει προκοπή σε καμιά κοινωνία, σε κανένα σύστημα! Δηλαδή ότι για την αποτυχία του ανθρώπου φταίει το DNA του, φταίει το κακό το ριζικό του, φταίει ο Θεός που τον μισεί, φταίει το κεφάλι το κακό του και πάντως δεν φταίει το κράτος, η κοινωνία, η πολιτεία… Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Το σύστημα είναι αυτό που αναγκάζει τον άνθρωπο να δίνει αξία μόνο στα χρήματα και στα υλικά αγαθά… Για τον άνθρωπο – καταναλωτή τίποτα δεν μετράει περισσότερο από τις μικρές ή μεγαλύτερες «απολαύσεις» του. Ανθρώπινες σχέσεις, πνευματική καλλιέργεια, όλα έπονται. Το πρώτο είναι «να έχεις». Στην ιστορία της Ρόζα και του Χάινριχ, αυτός έφερε τον πλούτο στο φτωχικό τους σπίτι και θεωρούσε ότι είχε το δικαίωμα να ζει τη ζωή του όπως ήθελε, αρκεί να παρέχει στην οικογένεια ταξίδια, ψώνια, ανέσεις. Η Ρόζα ήταν σχεδόν εντάξει με αυτό. Έτσι και αλλιώς, σταμάτησε να καταθλίβεται και να πενθεί για το χαμό του πρώτου τους παιδιού, μόνο όταν αντιλήφθηκε ότι κινδύνευε να χάσει τον άντρα της, ο οποίος ήδη είχε μια «φίλη», τη Bella. Μισογυνιστικό σχόλιο; Ναι. Δεν είναι όλες οι γυναίκες τέτοιου χαρακτήρα. Δεν βλέπουν όλες τους άντρες σαν τράπεζα, δεν γίνονται μέγαιρες από γλυκιές γατούλες, όταν δεν έχεις πια να τους προσφέρεις, αντίθετα σε στηρίζουν όσο μπορούν, αρκεί να μην τις πάρεις και στο λαιμό σου. Ούτε η Ρόζα τον είχε δει έτσι εξαρχής. Στα ραντεβού τους ο Χάινριχ πήγαινε με ένα δανεικό μηχανάκι… Όσο υπάρχουν λεφτά δεν μας νοιάζει τίποτα. Αυτή είναι η ανθρώπινη τραγωδία την οποία ζούμε, ειδικά από το 1989 που χάθηκε το «αντίπαλο δέος». 

Η ζωή συνεχίζεται. Νικητές νιώθουν θύματα και θύματα νιώθουν νικητές. Όσο ζεις, μην πεις ποτέ νίκησα ή έχασα. Ποτέ δεν είναι αργά! Γιατί μια μέρα μπορεί όντως να είναι πια αργά για μια νέα αρχή…

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

* Το email σας δεν θα εμφανιστεί